Ο mr Pizza Fan «ρίχνει» το «κέρασμα» στους καταστηματάρχες – «Δεν είχα πρόσβαση» λέει ο συνεργάτης
«Πάρτε τα δεσμευμένα χρήματα για τους φόρους» λέει ο ιδιοκτήτης. Αρνείται την εγκληματική οργάνωση.
Σε κρίσιμη καμπή βρίσκεται η μεγάλη υπόθεση της φερόμενης φοροδιαφυγης γύρω από την αλυσίδα εστίασης Pizza Fan, καθώς ολοκληρώνονται οι κρίσιμες απολογίες ενώπιον των δικαστικών αρχών. Στο επίκεντρο των σημερινών εξελίξεων βρέθηκαν τόσο ο ιδιοκτήτης της εταιρείας, Κ. Αντάρας, όσο και ο Δ. Ηλιόπουλος, που φέρεται ως στενός του συνεργάτης, με τις δύο πλευρές να ακολουθούν ξεκάθαρες γραμμές άμυνας, επιχειρώντας να αποδομήσουν το κατηγορητήριο περί «εγκληματικής οργάνωσης».
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, απολογούμενος ενώπιον του ανακριτή, ο επικεφαλής της επιχείρησης επιχείρησε να υπερασπιστεί το εκτόπισμα της εταιρείας, κάνοντας λόγο για έναν οργανισμό που απασχολεί πάνω από 2.500 εργαζομένους, συνεισφέρει δεκάδες εκατομμύρια σε μισθούς, φόρους και προμηθευτές, και χαρακτηρίζοντας «άδικο» τον βαρύτατο χαρακτηρισμό της εγκληματικής οργάνωσης.
Στο ζήτημα των οικονομικών εκκρεμοτήτων, ο ιδιοκτήτης δήλωσε σύμφωνος στην άμεση αποδέσμευση και απόδοση των κατασχεθέντων και δεσμευμένων τραπεζικών του λογαριασμών απευθείας στο κράτος, προκειμένου να καλυφθούν άμεσα οι απαιτήσεις της Εφορίας, χωρίς να χρειαστεί να αναμένεται η πολυετής έκδοση αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων. Μέλημά του, όπως τόνισαν οι συνήγοροί του (Σταύρος Γεωργόπουλος και Μιχάλης Μαρκουλάκος), παραμένει η διάσωση της βιωσιμότητας του δικτύου και των θέσεων εργασίας.
Στο «μικροσκόπιο» το λογισμικό «κέρασμα» και οι καταστηματάρχες
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η στάση του ιδιοκτήτη αναφορικά με το επίμαχο λογισμικό γνωστό ως «κέρασμα». Παρότι παραδέχθηκε πως γνώριζε την ύπαρξη και τη χρήση του, φαίνεται πως «έριξε» το μπαλάκι των ευθυνών σε ορισμένους καταστηματάρχες του δικτύου franchise. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι μέσω του κεντρικού συστήματος παραγγελιών υπήρχε δυνατότητα ελέγχου των τζίρων, τονίζοντας πως τα ποσοστά που εισέπραττε η μητρική εταιρεία εξαρτιούνταν άμεσα από τα ποσά που δήλωνε επίσημα το κάθε κατάστημα.
«Γνώριζε για το πρόγραμμα, αλλά δεν είχε πρόσβαση»
Στον αντίποδα, ο στενός συνεργάτης του ιδιοκτήτη –ο οποίος μετρά γύρω στα 27 χρόνια παρουσίας στην επιχείρηση– προέβαλε πλήρη άρνηση των κατηγοριών μέσω του συνηγόρου του, Νικολάου Αλετρά.
Σύμφωνα με την υπεράσπιση, τα καθήκοντα του κατηγορουμένου περιορίζονταν αυστηρά στην εύρυθμη λειτουργία και στη διαχείριση των καταστημάτων σε επιχειρησιακό επίπεδο, χωρίς καμία απολύτως εμπλοκή, πρόσβαση ή αρμοδιότητα στο λογιστήριο, στις οικονομικές συναλλαγές ή στη διαχείριση του επίμαχου λογισμικού. Παρότι ο ίδιος γνώριζε την ύπαρξη του προγράμματος –το οποίο, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις που είχε λάβει από την ιδιοκτησία, λειτουργούσε ως μέσο ελέγχου– η νομική του ομάδα ξεκαθαρίζει ότι η δική του υπαλληλική ευθύνη είναι αποκομμένη από το οικονομικό σκέλος.
Παράλληλα, η υπεράσπιση καυτηρίασε την αιφνιδιαστική -όπως αναφέρει- προσθήκη συμπληρωματικής δίωξης για το αδίκημα της απάτης, χαρακτηρίζοντάς την νομικά ασύμβατη με τα βασικά αδικήματα της φοροδιαφυγής και της μη απόδοσης ΦΠΑ.